Και όπως πάντα, ακάλεστη, απρόσμενη –και γω δεν ξέρω τι άλλο- ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, μα πάντα συστημένη κι εξπρές, τόσο σκληρή κι … αμάσητη, τόσο μουντή, συννεφιασμένη, μαύρη βαριά κι ασήκωτη…

Ένα πακέτο τσιγάρα δρόμος, μια κουπαστή που άφησε πίσω της απολιθωμένα μαντήλια κι ένα μερόνυχτο στην αρμύρα. Και μετά, ένα βαγόνι στις ράγες της αγωνίας πλεγμένες. Αυτά ήταν πλέον όσα μας χώριζαν… Ταξίδι για την Ιταλία το δικό της retour, με το δικό μου aller, να λείπει… Ένα εισιτήριο έκανε όλη τη διαφορά κι ένα πέλαο λυγμοί, στον καταποντισμό μου! Και μέχρι εκεί, το μοτοποδήλατο που μας έφερε κοντά, με κείνη στο γόνατο, μια αγκαλιά κι οι δυο ρόδες. Τώρα τί;;;

Τί ρολόι να πουλήσεις και τί κομπολόι να πάρεις… Όχι, δεν θέλω να μετρώ άλλους καημούς ούτε τους αναστεναγμούς που έγιναν θηλιές και μ’ έπνιγαν από την πρώτη στιγμή της υποδοχής, που όσο καυτή αρχή κι αν είχε, το τέλος τόσο κρύο, παγερό, μπούζι… Εκείνη έπιασε το όνειρο και τό ‘σφιξε δυνατά στον κόρφο της, το ζέστανε στην καρδιά της, το στροβίλισε στο μυαλό της και με τα δάχτυλά πλεγμένα, πλάσαμε το δικό μας μύθο… Τώρα πια, που έφυγε εκείνη… Τώρα, που δεν υπάρχει πια μουράγιο να τη βρω να περιμένει… Τώρα που μια… αιωνιότητα και οι δικές μου μέρες, μας χωρίζουν… Το όνειρο που ζήσαμε στα όνειρά μας και η γόνδολα που μαζί της θα στοιχειώσω… Στα πέλαα θ’ αρμενίζω, ρωτώντας τον από άλλο μύθο, Οδυσσέα, που θά ΄βρω τη δική μου Ιθάκη. Και αντιστρέφοντας το μύθο του βασιλιά Αλέξανδρου, εγώ θα ρωτώ για κείνη… τη γοργόνα… τη δική μου… Όσες συμπληγάδες κι αν περάσω, απ’ αυτές που ούτε ο Ιάσονας θα δοκίμαζε…«


Πόσες φορές έσπασε η καρδιά σε κάθε αποχωρισμό! Ξεχείλισε ο πόνος και βγήκε το τραγούδι: «Τα τρένα, τα καράβια», όπως ήταν ο πρώτος του τίτλος. Έτσι γράφτηκε, εν πλω στο «’Ελυρος», το βράδυ της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου, σε ένα ταξίδι που άστραψε αναμνήσεις. Από κείνες που τρυπώνουν στη ψυχή και τη ροκανίζουν μέχρι το μεδούλι… Εκεί πάνω στο κατάστρωμα, στη θολούρα, ο σκοτεινός ορίζοντας πλάκωνε τη βραδιά και μέσα στην αντάρα της θάλασσας που κατάπινε, πήρε φωτιά το χαρτί κι οι στίχοι νόημα και γιατί. Δεν κατέβαινε μπουκιά. Το χάρτινο τραπεζομάντηλο του δίσκου, βρήκε δουλειά να κάνει και άφησε την πένα να κυλάει πάνω του, λες και σαγηνεύτηκε από υπόκωφες μελωδίες. Σε όλο το ταξίδι δεν έκλεισα μάτι. Δεν ήθελα να χάσω ούτε μία ανάμνηση, ούτε μια στροφή, παλεύοντας με τα κύματα της καρδιάς μου, πλέον, σαν να έψαχνε σανίδα σωτηρίας, λυτρωμό…

Ο Νίκος, σε μια βαλίτσα, φόρτωσε και τους στίχους στο δικό του ταξίδι – αστραπή για τη Λαμία, στον πρώτο αποχωρισμό του με το γιό που έφευγε φαντάρος. Εκεί λοιπόν, στην ταράτσα του παγερού ξενοδοχείου, απόμερα από το σταθμό, με θέα τις κεραίες στη διάθλαση των αδύναμων ακτίνων του ήλιου στο ματωμένο δείλι και φόντο το χαμήλωμα της μέρας που τρεμόσβηνε, χωρίς μπουζούκια και μπαγλαμάδες, έψαξε νότες για το τραγούδι.

Του βγήκε ο σκοπός, τα γυρίσματα και μια ανατριχίλα, που δεν θα μπορούσε κανείς να καταλάβει αν ήταν της παγωνιάς – ρεύμα ηλεκτρικό ή εκείνης που αφήνει αποτύπωμα η μοναξιά, μετά από τη ψυχρή μαχαιριά του αποχωρισμού. Κράτησε «σκονάκι», ένα σκαρίφημα με τη φωνή του και το χάραμα, εκεί στο δρόμο της επιστροφής το σιγοτραγουδούσε και ξανά, ως ότου έφτασε στον Πειραιά, κλείστηκε στο κελάρι με τις κρασοετικέτες και τα ουζάκια και πενιά την πενιά, κέντησε τη μουσική.

Το τραγούδι πήρε το δρόμο του για τα τυπικά και το στούντιο και έφτασε στη σημερινή του μορφή, με καινούριο τίτλο, «Αποχωρισμός».

Ο Γιάννης Βενιζέλος που έκανε την ενορχήστρωση, όπως και ο εξαιρετικός ερμηνευτής, Δημήτρης Φράγκος, που έδωσαν τη ψυχή τους, σίγουρα και αυτοί θα έχουν κάτι να διηγηθούν από αποχωρισμούς.

Το ίδιο και εσείς, που το ακούτε σήμερα και που πιστεύουμε ότι θα μιλήσει βαθιά στην καρδιά σας και θα το αγαπήσετε.

Στάθης Καγιαλές


 Καλλιτεχνική επιμέλεια γραφικών: Σπύρος Μπαμπινιώτης


ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ   


Α Π Ο Χ Ω Ρ Ι Σ Μ Ο Σ

Μουσική: Νίκος Γαλίτης
Στίχοι: Στάθης Καγιαλές

 

Όταν σφυρίζουνε τα τρένα, κλαίνε καρδιές μεσ’ το σταθμό,
τα δάκρυα βρέχουνε μαντήλια, σε ράγιες δίχως τελειωμό.

Όταν σφυρίζουνε καράβια, μαντήλια πέφτουν στο γιαλό,
και πλημμυρίζουν τα μουράγια, του μισεμού αναστεναγμό.

Οι κάβοι λύσανε,
οι ράγιες τρίξανε.
Το τρένο σφύριξε στις τρεις.
Καράβια φύγανε
και τρένα πήγανε,
χωρίς μια λέξη εσύ να πεις.

Όταν το τρένο θα ‘χει φύγει, θά ‘σαι φιγούρα στον καπνό.
Αυτόν που πνίγει την πνοή μου και θα μας φέρει χωρισμό.

Όταν το πλοίο θά ‘χει φύγει, το κύμα θά ‘χω συντροφιά
και μια κατάρα με τυλίγει, που δε θα ‘ρθείς πίσω ξανά.

print

Leave a Reply

Your email address will not be published.